Αρκοχώρι η Αρκουδοχώρι Ημαθίας. Οικισμός ψηλά στο Βέρμιο που ιδρύθηκε κοντά στα 1640, επί τουρκοκρατίας. Τρείς μέρες χαλάρωσης και δροσιάς μας πρόσφεραν τα 600 μέτρα υψόμετρου. Η ομάδα μικρή αλλά στιβαρή. Οικοδεσπότες μας ο Κωνσταντίνος και η Εύη. Το βράδυ της Παρασκευής μας βρίσκει στην Βίλλα Βαδόλα. Έναν τριώροφο όμορφο γραφικό ξενώνα από πέτρα και ξύλο, απ’αυτούς που καταμαρτυρούν αγάπη για την παράδοση. Πριν καταφέρω να παρκάρω το Patrol στο γραφικό σοκάκι του ξενώνα κάποιος μου χτυπά το παράθυρο και μου λέει, «γεια σου, εγώ είμαι ο Κωνσταντίνος! Η τσουκνιδόπιτα περιμένει στο τραπέζι». Φανταστική αρχή! Αφού γνωριστήκαμε συζητήσαμε αρκετά, παρέα με τον ιδιοκτήτη του ξενώνα και περιμένοντας τον Mike αποκοιμήθηκα στο πολύ δροσερό δωμάτιο. Καμία σχέση με Θεσσαλονίκη. Την επομένη ξύπνησα με αγωνία να βρω τους φίλους μου, νέους και παλιούς στο πρωινό. Αυτή είναι η καλύτερη στιγμή των δραστηριοτήτων και δεν θέλω να την χάνω. Πάρτι από χαμόγελα, αγκαλιές και χαρές στην συνάντηση. Ιστορίες με τον καφέ, ταξιδιωτικές, προσωπικές στην δροσιά του στεγάστρου του ξενώνα. Οι βόλτες ξεκινάν νωρίς με τον Musashi και ένα συλλεκτικό Samurai. H πρώτη βουτιά στην φύση μας αφήνει άφωνους. Οξιές 25 μέτρα ψηλές και φυλλώματα τόσο πυκνά που με δυσκολία σου επιτρέπουν να ρίξεις κλεφτές ματιές στον κάμπο που ψήνεται. Στον Προφήτη Ηλία η θέα σου κόβει την ανάσα. Το επόμενο ραντεβού μας είναι με τον Σταύρο. Στόχος τα κεράσια του Σταύρου. Συναντιόμαστε στο τελείωμα ενός κλειστού δρόμου από αυτούς που λεν «δεν βγαίνει», έτσι για να μην ξεχνιόμαστε. Ένας εκβραχισμός μια ισοπέδωση και βγήκαμε. Οδηγούμαστε στο σπίτι και βούρ για τα κεράσια. Μισά τρώμε μισά μαζεύουμε. Καταλήγουμε στο κτήμα του Κωνσταντίνου όπου μας περιμένει μια φανταστική οικογένεια για φαγητό. Το Σάββατο ανακαλύπτουμε νέες διαδρομές μέσα στα μαγικά μονοπάτια του Βερμίου. Ένας καταρράκτης μας γεμίζει τις μπαταρίες και τις κάρτες της φωτογραφικής. Μια απροσδόκητη έκπληξη στην επιστροφή μας στην Νάουσα. Ένας γανωτής. Μια τέχνη από άλλες εποχές που έχει χαθεί στο χρόνο. Την Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος το λιφτ μας ανεβάζει ξεκούραστα στην κορυφή του χιονοδρομικού για να απολαύσουμε μια μοναδική εικόνα της περιοχής από ψηλά. Ο Κωνσταντίνος μας δείχνει μονοπάτια για τις μελλοντικές εξορμήσεις μας. Οι επόμενες ώρες μας βρίσκουν Άγιο Νικόλαο της Νάουσας για να απολαύσουμε εσπρέσο με παγωτό και την φανταστική δροσιά πριν την επιστροφή στον καύσωνα.
Τα παλιά μπακιρένια οικιακά σκεύη (ταψιά, καζάνια, κουτάλια, πιρούνια κλπ.), με τον καιρό οξειδώνονταν και έπρεπε να γανωθούν, να περαστεί δηλαδή η επιφάνειά τους με ειδικό μέταλλο (καλάι – κασσίτερος). Έτσι προστατεύονταν από τα δηλητηριώδη οξείδια του χαλκού. Η διαδικασία αυτή γίνονταν από ειδικούς τεχνίτες, συνήθως γυρολόγους, τους γανωτήδες. Είχαν μαζί τους τα απαραίτητα εργαλεία και έκαναν τη δουλειά τους επί τόπου, ενώ παλιότερα η πληρωμή τους ήταν σε είδος (αυγά, καλαμπόκι, σιτάρι). Αφού καθάριζαν καλά τα σκεύη, αλείφανε το εσωτερικό τους με σπίρτο και το τρίβανε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγαν το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχναν μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζαν καλά, άπλωναν το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια του σκεύους μ’ ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα… Στο τέλος το σκούπιζαν με καθαρό βαμβάκι για να γυαλίσει. Σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι τεχνίτες , που απασχολούνται με τα εναπομείναντα χρηστικά χάλκινα σκεύη, εφόσον τα περισσότερα από αυτά έχουν αντικατασταθεί από εισαγόμενα ανοξείδωτα βιομηχανικά προϊόντα
Η φωνή του πλανόδιου γανωτή, τραχιά και δυνατή θα αντηχεί ακόμη στα αυτιά όσων τους πρόλαβαν “Γανωωωτής! Μπακίρια γανώνωωωωω! Γανωωωτής”, μα δεν ακούγεται πια στις γειτονιές. Στις αρχές του 20ού αι. ο γανωτζής κουβαλούσε στην πλάτη του τα απαραίτητα εργαλεία και περπατώντας φώναζε και καλούσε τις νοικοκυρές να του φέρουν τα είδη που χρειάζονταν γάνωμα. Έστηνε την γκαζιέρα του στην αυλή του σπιτιού, έλιωνε τον κασσίτερο. Αφού καθάριζε καλά τo σκεύoς, άλειφε το εσωτερικό του με σπίρτο και το τρίβε με κουρασάνι (=τριμμένο κεραμίδι). Μετά κράταγε το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά και έριχνε μέσα το νησιαντήρι (=χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Αφού το σκούπιζε καλά, άπλωνε το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια του σκεύους μ’ ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα. Ζητούσε και από νοικοκυρά του σπιτιού μια λεκάνη με κρύο νερό, στην οποία βουτούσε το σκεύος, που γάνωσε και λαμπύριζε στον ήλιο.
Η λέξη γανωτής προέρχεται από το ρήμα ΓΑΝΩΝΩ και μάλιστα από το αρχαίο ρήμαΓΑΝΩ = δίνω λάμψη
Πραγματικά χαλαρώσαμε και οι μέρες ποτέ δεν φτάνουν σε τέτοια μέρη! Ευχαριστούμε Κωνσταντίνε, Ευχαριστούμε Εύη!

















































