Ο Χρήστος που συνταξίδεψε μαζί μας με την οικογένεια του, την Κατερίνα και τον Νικόλα, έγραψε:
“(…) δεν πρόκειται για debriefing – άλλωστε εγώ θέλω το χρόνο μου σ’ αυτά, με ξέρεις- … αλλά…
Πέρα από την απίστευτη ομορφιά του τοπίου, πέρα από το χιόνι που φώτιζε τόσο μοναδικά τα φθινοπωρινά χρώματα… για ‘μένα η πιο δυνατή ανάμνηση απ’ αυτό το ταξίδι είναι οι άνθρωποι.
Πρώτα απ’ όλους, οι Nomads.
Αυτό που έχετε στον “σκληρό πυρήνα” των Νομάδων (αν μου επιτρέπεις την τηλεοπτικού επιπέδου ορολογία), είναι κάτι μοναδικό – σαφώς και διαφαίνεται μέσα από την δημόσια εικόνα σας, είναι όμως αλλιώς να το βλέπει κανείς από κοντά, “από μέσα”.
Σας θαύμασα λοιπόν, σας καμάρωσα, σας ζήλεψα (πάντα με την καλή έννοια), σας παραδέχτηκα.
Και μετά ήταν οι άνθρωποι που συναντήσαμε εκεί πάνω…
Ο εγκάρδιος Πολυδεύκης, ο γιατρός και ο διασώστης, ο ταβερνιάρης στην Αβδέλλα, ο τσοπάνος στην παγωμένη μέση-του-πουθενά, που αν και δεν τον είδα παρά μόνο στις φωτογραφίες, όλες αυτές τις μέρες τον σκέφτομαι να υπομένει το κρύο και το σκοτάδι, ταΐζοντας τη φωτιά μέσα στο βαρέλι…
Κάθε εικόνα κι ένα μικρό μαθηματάκι, μια μικρή υπενθύμιση, ένα μικρό ‘note to self’…”
Η Μάγδα που συνταξίδεψε μαζί μας με τον Κωσταντίνο και τον Αναστάση, έγραψε:
“Ζιάκας Γρεβενών.
Ύστερα από ένα μοναδικό τετραήμερο οπού γνώρισα πέρα από νέες εμπειρίες και μερικούς από τους πιο ποιοτικούς και ανοιχτόκαρδους ανθρώπους, μου δόθηκε η τιμή να γράψω παρέα με τον σύντροφό μου Κωνσταντίνο μερικές κουβέντες για αυτήν την μοναδική εμπειρία που μας προσέφεραν οι Nomad φίλοι μας με τον Αναστάση.
Η εκδρομή ξεκίνησε από Αθήνα προς Ζιάκα Γρεβενών με πολύ ενθουσιασμό, ειδικά για μια newbie του off-road σαν εμένα, αλλά και πάρα πολύ βροχή καθώς ο ουρανός αποφάσισε να ρίξει για χάρη μας σε 6 ώρες όση βροχή ρίχνει σε 3 μήνες. Ο σούπερ-πιλότος και κουμπάρος Αναστάσης είχε φροντίσει να προμηθεύσει το αυτοκίνητο με κάθε λογής λιχουδιά ώστε να τσιμπολογάμε ασταμάτητα και να μη σκεφτόμαστε τη βροχή και την πολύωρη διαδρομή. Όταν επιτέλους φτάσαμε στις 23.30 -κατάκοποι εγώ και ο Κωνσταντίνος- βρήκαμε να μας περιμένουν στο lobby η υπόλοιπη παρέα που γνωρίζαμε πρώτη φορά και που προς μεγάλη μας ανακούφιση ήταν όλοι πολύ συμπαθείς και φιλικοί, με την παράσταση να κλέβουν οι δυο μικρές γλύκες, η Τάτη και η Ιλιάνα που ήταν όλο νάζι και σκέρτσο.
Το Σάββατο και πρώτη μέρα off-road, ξεκίνησε με γερό πρωινό και τις φρέσκες πιτούλες της γιαγιάς και τις αυγόφετες να πηγαινοέρχονται συνεχώς και το μέλι από πορτοκαλεώνες, ευγενική χορηγία του Mike Mouratidis, να κλέβει την παράσταση. Η εκδρομή ήταν κάτι το πρωτόγνωρο, η φύση και τα τοπία μαγευτικά, οι Nomads είχαν βάλει όλη τους την τέχνη για να βγάλουν εξαιρετικές διαδρομές προς εξερεύνηση και περιπέτεια και το γεγονός ότι Οκτώβριο μήνα συναντούσαμε μισό μέτρο χιόνι έκανε τα πάντα πιο διασκεδαστικά. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής βέβαια, στα μισά της ημέρας ο Κωνσταντίνος κι εγώ είχαμε ψιλοκουραστεί και ονειρευόμασταν την βραστή γίδα που μας περίμενε στον γυρισμό μας στο ξενοδοχείο. Τελικά η εκδρομή ολοκληρώθηκε κατά τις 20.00 με πολύ φαγοπότι και κουβέντα και με την γλυκειά κούραση της ημέρας να μας οδηγεί στα κρεβάτια μας από νωρίς.
Η Κυριακή, δεύτερη μέρα off-road μας βρήκε πιο ξεψαρωμένους και έτοιμους για περιπέτεια, λες και ήμασταν χρόνια μυημένοι στο χώρο του off-road. Ξεκινήσαμε περνώντας από το Περιβόλι, περιηγηθήκαμε μέσα από βουνά και λαγκάδια και περπατήσαμε μέσα στο Αρκουδόραμα στον Εθνικό Δρυμό της Βάλια Κάλντα που θύμιζε το μαγικό δάσος των παιδικών παραμυθιών για να καταλήξουμε στα Γρεβενά στο εστιατόριο Αυλαίς για την μεγάλη μανιταροχαρά αφού το μενού είχε κάθε είδους μανιταριού μαγειρεμένο με τον πιο ευφάνταστο τρόπο, με μεγάλο προσωπικό highlight την μανιταρόσουπα. Εκεί γνωρίσαμε και τον Δεύκη, φίλο των παιδιών και insider της περιοχής που μας έδωσε φοβερά tips για την επόμενη ημέρα- από ότι καταλάβαμε αργότερα ένας «Δεύκης» υπάρχει σε κάθε μέρος εντός και εκτός συνόρων για τους Nomads.
Την Δευτέρα, τελευταία μέρα για off-road εξερευνήσεις και με την Βίκυ, γνωστή στους κύκλους ως “η κουμπάρα”, ξεκινήσαμε με την διαδρομή του Δεύκη ως Ευαγγέλιο για να ανακαλύψουμε ότι άλλο προλαβαίναμε από τα όσα είχε να μας προσφέρει η όμορφη Πίνδος. Αφού ψάξαμε και βρήκαμε το εκκλησάκι του Σωτήρος ψηλά σε μια κορυφή, βρεθήκαμε για lunch στη Αβδέλλα από όπου συνεχίσαμε τις περιηγήσεις μας με νέα προσθήκη στην παρέα έναν γιατρό που γνωρίσαμε εκεί και μας ακολούθησε σε mini off-road trip.
Η μέρα έληξε με μοσχαροκεφαλή grande. Λίγο πριν όμως είχε προηγηθεί η απόλυτη off-road εμπειρία! Αναφέρομαι στην νυχτερινή μας “βόλτα”, όπου βρήκαμε ένα σημείο που θυμόντουσαν οι Μιχάληδες από παλαιότερο αγώνα και κάναμε φοβερές αναβάσεις και κόλπα τρομερά, με εμένα να καμαρώνω τον υπεροδηγό κουμπάρο μου καθώς και τον Κωνσταντίνο μου, που έλυνε και έδενε και ήταν φοβερά συγκεντρωμένος και μέσα στο κλίμα. Αφού νικήσαμε όλα τα εμπόδια που ήθελε να μας βάλει η νύχτα, η φύση αλλά και το λασπωμένο χώμα γιορτάσαμε την επιτυχία με τσιπουράκι και πολλές φωτογραφικές λήψεις.
Δυστυχώς η Τρίτη, ανήμερα 28ης Οκτωβρίου, ήταν και το τέλος της εκδρομής μας που είχε τελειώσει πολύ-πολύ γρήγορα. Μετά το πρωινό, την ανταλλαγή φωτογραφιών και τηλεφώνων, ξεκινήσαμε για Γρεβενά για να πάρουμε το επισκευασμένο Patrol (που ξέχασα να σας πω ότι είχε μείνει και είχε αναστηθεί μόνο του) εκεί στα Γρεβενά ξανατσιμπήσαμε κάτι και αποχαιρετιστήκαμε αντίο για να ξεκινήσουμε την κάθοδο μας εμείς για Αθήνα και η υπόλοιπη μισή παρέα για την πατρίδα μου τη Θεσσαλονίκη.
Ανυπομονούμε με τον Κωνσταντίνο να έρθουμε σε επόμενη εκδρομή μας και που ξέρετε, ίσως να έχουμε και το δικό μας off-road όχημα!
Σας ευχαριστούμε για όλα!”
Ο Αναστάσης – ο γνωστός bigger than life Αναστάσης- έγραψε:
Μια εκδρομή στη Βάλια Κάλντα είναι πάντα αξέχαστη. Πόσω μάλλον όταν η παρέα είναι τέλεια, είναι 28η Οκτωβρίου και ο καιρός είναι καλύτερος από ότι θα ήταν αν τον είχαμε κάνει παραγγελία.
Δυο εποχές μπερδεμένες μαζί (Φθινόπωρο και Χειμώνας) έκαναν την εκδρομή μας λες και πηγαίνουμε για πρώτη φορά στην περιοχή αυτή αν και οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ξαναπάει, και όχι μια φορά. Αν και όλα παίζουν το ρόλο τους (ο καιρός, το μέρος, οι διαδρομές, κλπ), για εμένα προσωπικά το σημαντικότερο είναι η παρέα.
Επίσης είναι πολύ σημαντικό να μην ξεχάσουμε ότι αυτή η εκδρομή μας “ίφιρι” και μια “Τζιτζίκα”, ένα “Τριεθνές” (που?? στην Αβδέλλα!!!!!!!!), αλλά και ένα δρόμο ο οποίος αν και πάει δεξιά δεν πρέπει να μπερδευόμαστε… αριστερά πάει!
Μιχάλη, Μιχάλη, Άννα, Βίκυ, Αργυρώ, Γιώργο, Χρήστο, Κατερίνα, Τάτη, Ηλιάνα, Νικόλα, Μάγδα και Κωσταντίνε, αν και δεν έχουμε κάνει πολλές εκδρομές μαζί (μερικοί γνωριζόμασταν πρώτη φορά) κάναμε αυτήν την εκδρομή σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Και αυτό είναι που την κάνει τελικά αξέχαστη.
Ιάκωβε και Καρολίνα, μας λείψατε!!!!
Πάντα ωραίες εκδρομές να κάνουμε!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Εμείς από την πλευρά μας, τι να πούμε? Ήταν απλά υπέροχα. Μια εβδομάδα μετά και ακόμα το μυαλό είναι εκεί, στην κατηφόρα με την ομίχλη και το χιόνι και εκείνον τον τύπο-χωρίς-πρόσωπο που τάϊζε την φωτιά με ξύλα…
Παιδιά, εμείς σας ευχαριστούμε! Τίποτα ωραιότερο από το να μοιράζεσαι τέτοιες στιγμές με ανθρώπους που μπορούν να τις εκτιμήσουν. Ήσασταν πραγματικά άψογοι και ΦΟΒΕΡΟ παρεάκι!!
Ξεκινήσαμε από Πάτρα, εγώ ο Θοδωρής και η Φλωρεντία με το «Catania». Το ραντεβού μας ήταν επάνω στο καράβι στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας (αλήθεια δεν ξέρω που θα μπορούσε να είναι πιο ωραία) με τους Μike, Αργυρώ, Γιώργο και Musashi με προορισμό το Πρίντιζι και με στόχο να επισκευτούμε παλιούς και νέους, λιγότερο γνωστούς προορισμούς στην κεντρική και νότια Ιταλία. Χαρά και φιλιά με τους φίλους μας και αμέσως στρωνόμαστε για κουβέντα και σχέδια.
Το πρωί φτάνουμε στο Ιταλικό λιμάνι και ρυθμίζουμε επικοινωνίες και GPS και δρόμο για την Perugia. Μετά από 720 χλμ και πολλές στάσεις για καφέ (φανταστικό καφέ, παντού όμως) φτάνουμε στον προορισμό μας το μεσημέρι αργά.
Εξαιρετικό το ιστορικό κέντρο της Περούτζια, (μας έχει σώσει το ασανσέρ) δεν λέω,
Αγαπημένη πόλη με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, με μοναδική ηρεμία, με φανταστική θέα, και γοητεία, που σε κάνει να ονειρεύεσαι… (ακόμα και πίσω από ένα παράθυρο χωρίς φως). Στην κορυφή ενός από τους λόφους της Ούμπρια βρίσκεται το ιστορικό κέντρο της πόλης, και η θετική ενέργεια που νοιώθει κανείς σ’ αυτό, πηγάζει, είτε από τα φοβερά αρχιτεκτονήματα, είτε από τους καλοβαλμένους ανθρώπους, είτε από τα απίθανα… κρουασάν. Διαμονή στο Chocotel, ξενοδοχείο με concept σοκολάτας! Φαντάζεστε στο πρωινό τι έγινε! Κρουασάν βουτηγμένα στο σιντριβάνι σοκολάτας με καπουτσίνο!
Φαγητό το βράδυ στο εστιατόριο “Il Bacio”, στον κεντρικό πεζόδρομο, το Corso Vanucci, και γνωριμία με τον Λεωνίδα από το Γύθειο o οποίος εργάζεται εκεί και κολλάει στο τραπέζι μας όταν ακούει ελληνικά! Πάει για δεύτερο πτυχίο και είναι σχεδόν αφεντικό στο μαγαζί που είναι κάθε βράδυ γεμάτο!
το τρίτο τιραμισού μου φέρνει γέλια
Έκπληξη, ήταν αυτές οι απίθανες ιστορικές πόλεις, κτισμένες σε άλλους λόφους της Ούμπρια τριγύρω. Γεύση Τοσκάνης έντονη.
ASSISI. Υπέροχη πόλη-μνημείο με εξαιρετικές τοιχογραφίες στον επιβλητικό ναό του Αγίου Φραγκίσκου, άριστα διατηρημένη, με εκθέσεις ζωγραφικής, με τα γνωστά στους ντόπιους παραδοσιακά σάντουιτς, με μπόλικη ζωή.
Η πλατεία υποδοχής του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης
έκθεση κατασκευών του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Ευτυχώς όλες οι ιδέες του δεν υλοποιήθηκαν.
Ευκαιρία να γευτούμε ένα σάντουιτς με καταπληκτική “porchetta“, γουρουνόπουλο ξεκοκαλισμένο με αρωματικά χόρτα και σιγοψημένο ολόκληρο!
Πρωινή κρουασανοθύελα, με τα καπουτσίνο στο καφέ Sandri που βρίσκεται εκεί από το 1860, ήταν όλα τα λεφτά. Θα αργήσει να μας ξεχάσει η όμορφη κοπέλα που μας σέρβιρε, μιλάμε για αυθεντική γουρουνιά (15 κρουασάν, (βλέπεις η… ενέργεια του χώρου!)
Δύο διανυκτερεύσεις, στην μοναδική Perugia.
ORVIETO. Παλιά γραφική πόλη με έντονη αίσθηση θρησκευτικότητας. Στενάκια με απίθανο χρώμα μεσαίωνα και μαγαζάκια που μας έδωσαν ευκαιρία για εκτόνωση! Δοκιμάσαμε τα φημισμένα κρασιά του Orvieto και αγοράσαμε τα δώρα μας για την Ελλάδα.!…
CIVITA DI BAGNOREGIO. Αρχαία πόλη κτισμένη στην κορυφή ενός απότομου λόφου 2500 χρόνια πριν, αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, και ανακαλύφθηκε από Ετρούσκους. Μονεμβασιά… στα καλύτερά της.
Μόλις είδα την γέφυρα που έπρεπε να διασχίσουμε τα χρειάστηκα, (που πας κυρά μου με τον κουτσό «πόδα» κατακαλόκαιρο;) Με λίγη καλή θέληση κανα δυό μη ευρωπαικούς ελιγμούς και με τις ελληνικές πινακίδες μας φτάσαμε στην είσοδο σχεδόν του μικρού αυτού οικισμού και σιγά σιγά ανεβήκαμε στην πύλη. Μοναδικές εικόνες απο άλλες εποχές!
Ήταν τόσο όμορφο αυτό το βράδυ στο κρυμμένο εστιατόριο που μας σύστησαν να φάμε που ξέχασα και το βαλσαμωμένο πόδι μου! Τα ζυμαρικά και οι πίτσες απίθανα! Κουβέντες και γέλια ακουγόταν ως συνήθως μόνο τα δικά μας στην κρυμμένη αυλή της trattoria “Al forno di Agnese” που φάγαμε. Η θερμοκρασία ομολογώ ότι στο ταξίδι μας ήταν σύμμαχος αλλά καμία φορά το κρύο υπερέβαλε και επιστρατεύαμε τις ζακέτες μας και τυλιγόμασταν.
Φεύγουμε βραδάκι για το Tivoli φτάνουμε αργά στο πιο ήσυχο μέρος της Ιταλίας. «Hotel Green Park Madama» μέσα σε δάσος, με πανύψηλα δέντρα, λουλούδια και αηδόνια παρακαλώ.
Το πρωί ξυπνήσαμε σ’ένα μαγικό σχεδόν, καταπράσινο περιβάλλον και μετά από ένα επεισοδιακό πρωινό ξεκινήσαμε για την Villa d’Este με τους μεγαλοπρεπείς νεροπίδακες και την Villa Gregoriana με τους απίθανους καταρράκτες. Οι φωτογραφίες είναι τόσο “δυνατές” που τα λόγια είναι περιττά.
στην VILLA D’ESTE
Το βράδυ φτάνουμε στην Πομπηία και ο Μike κανονίζει να πάρουμε 9θέσιο ταξί να μας πάει στην Νάπολη για φαγητό. Θυμήθηκα το «Una notte a Napoli» που σαν να το άκουγα παντού! Φαγητό στο Don Salvatore a Mergellina δίπλα στην θάλασσα. Εκεί είδα την μεγαλύτερη mozzarella της ζωής μου και φυσικά ήταν απίθανη! Βόλτα στην παραλία με πολύ κόσμο. Άλλος κόσμος, λές και είσαι σε άλλη χώρα. Στον δρόμο για την επιστροφή ο Mike ζητά από το ταξί να μας περάσει από κάποιο μπαρ ανοιχτό για να δοκιμάσουμε την γρανίτα της Νάπολης. Ακόμα έχω στο στόμα μου την γεύση από το χυμό των λεμονιών του Σορέντο, που πήραμε από μια καντίνα, κερασμένο από τον Mike. Τα λεμόνια του Sorento είναι μοναδικά για το άρωμά τους εξηγούσε ο barista, «ορίστε, μυρίστε» και έδινε στον Mike να μυρίσει! « Έχετε έρθει στο σημείο με την καλύτερη Ναπολιτάνικη γρανίτα Κύριε» έλεγε στον Mike που υπομονετικά περίμενε να τελειώσει για να μας τις φέρει. Ήταν όντως καταπληκτική η γρανίτα, άξιζε τον κόπο να ψάχνουμε στη μία τη νύχτα για ανοιχτό μπαρ!
Φανταστική εξυπηρέτηση απο το προσωπικό στο ξενοδοχείο μας στην Πομπηία.
Η επομένη το πρωί μας βρίσκει μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Πομπηίας με μια ξεναγό να μας λέει την ιστορία του τόπου. Μοναδική εμπειρία (αν και ήταν δεύτερη επίσκεψη για μένα) να βλέπεις μια πόλη της εποχής σχεδόν ανέγγιχτη που νομίζεις ότι θα δείς τους ανθρώπους του τότε να περπατούν στην αγορά ή να παίζουν στοιχήματα στο προαύλιο της αρένας. Και ξαφνικά «μπανταμπουμμμ» ο Βεζούβιος (Ουεσούϊον όπως το αποκαλεί ο Στράβων), που μέχρι τότε (79 μ.Χ.) θεωρούσαν απλά ένα βουνό, γεμίζει τέφρα και λάσπη τον τόπο. Τα πάντα πάγωσαν τότε στον χρόνο και οι εικόνες σήμερα είναι συγκλονιστικές! Κανείς δεν πρόλαβε να κουνηθεί! Ο θάνατος ήταν ακαριαίος. Η θερμοκρασία έφτασε τους 250 βαθμούς και η πόλη που μέχρι τότε έσφυζε από ζωή βυθίστηκε σε 3 μέτρα λάσπη και ταυτόχρονα στη λήθη μέχρι το 1592 που βρέθηκε τυχαία από την κατασκευή ενός υδραγωγείου!
πφφφφφ την βαρέθηκα την πατερίτσα!!!!
Μμμμμμμ κι άλλη γρανίτα απο λεμόνι!!! Τι δροσιά!
Προχωρώντας για Νότια Ιταλία, φθάνουμε στη (Ματέρα) , μια από τις πιο παλιές πόλεις στον κόσμο, με ευρήματα από την παλαιολιθική εποχή (ουάου). Επισκεπτόμαστε τον παλιό οικισμό Sassi την νύχτα καθώς και την επόμενη μέρα το πρωί. Η Ματέρα είναι πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας Ματέρα. Η πόλη βρίσκεται δίπλα σε ένα μικρό φαράγγι, όπου ρέει ο ποταμός Gravina. Από το 1993 τα sassi της Ματέρας έχουν χαρακτηριστεί από την UNESCO ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Στην πόλη αυτή γυρίστηκε το 2004 η ταινία “Το πάθος του Χριστού” από τον Mel Gibson. Η Ματέρα απέκτησε διεθνή φήμη με την αρχαία πόλη “Sassi di Matera” (μου σημαίνει “οι πέτρες-σπηλιές της Ματέρα”). Τα Sassi της Ματέρας είναι σπίτια-σπηλιές μέσα στα βράχια τα οποία έχουν ιστορία από την προϊστορική περίοδο. Υπάρχει η υποψία ότι ίσως εκεί εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι άνθρωποι στην Ιταλία. To το βράδυ φαγητό στην παραδοσιακή trattoria Lucana με ποικιλίες απο τοπικά ζυμαρικά και κόκκινο κρασί.
Επόμενη στάση το Alberobello. Μια μικρή πόλη στην επαρχία του Μπάρι, στην περιοχή Απουλία της Ιταλίας. Έχει περίπου 11.000 κατοίκους. Είναι γνωστή για τις μοναδικές κατοικίες της με τις κωνικές στέγες, οι οποίες είναι γνωστές ως “Trulli”. Ασβεστολιθικά κτίσματα κατασκευασμένα χωρίς κονίαμα, αποτελούν αξιόλογα δείγματα λαϊκής ιταλικής αρχιτεκτονικής. Αρχαιολογικές ανακαλύψεις δείχνουν ότι η περιοχή Alberobello έχει κατοικηθεί από τη Νεολιθική Εποχή και οι trulli θα έρθουν στην Απουλία κατά τους προϊστορικούς χρόνους, γύρω στον 13ο αιώνα π.Χ. μετά από μια Κρητική ή Μυκηναϊκή μετανάστευση. Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για την ιστορία και την ανάπτυξη των Trulli κατά τη διάρκεια των αιώνων και πιο αξιόπιστες πληροφορίες μπορούν να βρεθούν από τον 15ο αιώνα και μετά. Η τεχνική κατασκευής τους είναι παρόμοια με αυτήν, με την οποία κατασκευάζονταν οι πρωτόγονες καλύβες των προϊστορικών χρόνων. Ο λόγος που προτιμούσαν τέτοιου είδους κατασκευές ήταν προκειμένου να αποφεύγουν τη φορολόγηση από το Βασίλειο της Νάπολης, αφού πολύ εύκολα τα κτίσματα μπορούσαν να γκρεμιστούν και να κατασκευαστούν ξανά. Οι Trulli του Alberobello αποτελούν Μνημείο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO από το 1996.
LECCE. Ξενοδοχείο Leone di Messapia. Μετά το πρωινό, τους άπειρους καφέδες με την συναίνεση του maître, φύγαμε για το Ελληνόφωνο χωριό Calimera 15 χιλ μακριά. Τα Ελληνόφωνα χωριά δυστυχώς έχουν μεγάλη εγκατάλειψη. Περισσότερα γι’ αυτά μας είπε ο Franco Corliano, στην συγκινητική συνάντησή που είχαμε με τον προικισμένο αυτόν άνθρωπο, στο χωριό Calimera και που έχει κάνει σκοπό ζωής, να μη ξεχαστεί η Griko, το ελληνικό αυτό ιδίωμα του τόπου! Ένα μίγμα από αρχαίες Ελληνικές λέξεις και Βυζαντινές με Ιταλικές επιρροές! Συγγραφέας, ζωγράφος, μουσικός, μαχητής, ονειροπόλος, ποιητής και πολύ κοινωνικός άνθρωπος. Αυτή την εποχή συλλέγει πληροφορίες για τον ελληνοιταλικό πόλεμο, προκειμένου να ολοκληρώσει ένα σενάριο, που θα γυριστεί ταινία, μας λέει στο Café που συναντηθήκαμε. Ομολογώ ότι τον γνώριζαν όλοι και έχαιρε σεβασμού! Δεν μας άφησε με τίποτε να πληρώσουμε! Έλεγε στον Mike, «Mικέλε, μην διανοηθεί να πληρώσει κανείς, αυτά είναι δικά μου» Καθίσαμε και μας διηγήθηκε την ιστορία της ζωής του ξεστομίζοντας γνωστά ονόματα που μας ξάφνιασαν. « Όταν μου είχε τηλεφωνήσει η Φαραντούρη το ’78 για να μου ζητήσει να τραγουδήσει το τραγούδι μου “άνδρα μου πάει”, είπε ότι ήθελε να το πεί στα Ελληνικά! Της είπα ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει και έτσι κλείσαμε το τηλέφωνο! Ένα μήνα μετά με ξανακάλεσε να μου πεί ότι θα το τραγουδήσει όπως είναι, στη Griko! Τότε ξεκίνησε μια φιλία με την ίδια, τον Θεοδωράκη, τον Γλέζο και άλλους εκείνη την εποχή!
Ο Franco σηκώνεται και μας καλεί να τον ακολουθήσουμε! Δεν γνωρίζουμε που θα μας πάει αλλά ξέρουμε ότι κάτι σημαντικό θέλει να μας δείξει! Φτάνουμε σε μια μεγάλη πόρτα όχι μακριά από την πλατεία του χωριού και την χτυπά φωνάζοντας, Silvanooo! ¨Ενας κύριος φτάνει απαντώντας και μας υποδέχεται. “Kaloshrtate” μας λέει και μας κάνει δρόμο να μπούμε μέσα! Πρόκειται για ένα μικρό μουσείο που δημιούργησαν οι ελληνόφωνες κάτοικοι με στοιχεία που συνέλεξαν από προηγούμενες εποχές μετά τον πόλεμο! Μας δείχνει κάποια βιβλία μεταξύ των οποίων και ένα λεξικό Italo- Griko που αγοράσαμε με τον ενθουσιασμό ότι θα ανακαλύψουμε ρίζες με την Ελλάδα! Όπου και να κοιτάξουμε η Ελλάδα είναι παντού! Στα πρόσωπα των ανθρώπων, στην γλώσσα τους, στα σπίτια τους, στα έθιμα, τα φαγητά, τα χαμόγελα! Χαιρετηθήκαμε με τον Franco, ανταλλάξαμε δώρα και υποσχέσεις για την φιλία μας που μόλις ξεκίνησε και φύγαμε με επίγευση μια νοσταλγία για την εποχή της Μεγάλης Ελλάδας, ή του Βυζαντίου που κατά τα άλλα δεν ζήσαμε αλλά νοιώσαμε!
Με τον Franco Corliano έξω απο το μουσείο ελληνικής κουλτούρας
με την επιγραφή “ΞΕΝΗ ΣΥ ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ ΣΤΗ ΚΑΛΙΜΕΡΑ” περιγράψαν τα συναισθήματά τους οι κάτοικοι του Calimera επάνω απο το αρχαίο αστέρι, δώρο της Αθήνας το 1960.
Αυτό πάλι;;;;; Τσίπρας και στην Ιταλία;;
Το απόγευμα της ίδιας μέρας βούρ για συναυλία τοπικής μουσικής στο Martano, στους ρυθμούς της pizzica ένα χορό που κατά τα λεγόμενά τους προέρχεται από τους Διονυσιακούς χορούς της αρχαιότητας! Γρήγορος ρυθμός, χορός και έκσταση με organetto και tamburello, κοσμοπλημμύρα με λουκάνικα, Porchetta και μπύρα (ολίγον Kusturica μας θύμισε!)
Την επομένη μας περιμένει (ωιμέ) περπάτημα στο κέντρο του Lecce. Πραγματική αποθέωση του μπαρόκ, περπατήσαμε στα δρομάκια, και στην συνέχεια ανακαλύψαμε ένα αστείο τρενάκι που θα μας ξεναγούσε στο ιστορικό κέντρο και με έσωσε από το περπάτημα. Δεν θα ξεχάσω το παγωτό που φάγαμε για να πολεμήσουμε την πολύ ζέστη και την υγρασία.
Το απόγευμα φτάνουμε στο Μπρίντιζι και επιβιβαζόμαστε στο CATANIA για επιστροφή στην Ελλάδα. Βραδινό φαγητό στο καράβι με κρασί από το Orvieto! Τα γέλια και οι ιστορίες ανάμεικτα με την κούραση και την νοσταλγία. Η νύστα έρχεται για όλους! Αποχαιρετούμε τους φίλους που θα μας αφήσουν στην Ηγουμενίτσα στις 3:30 για να συνεχίσουν για Θεσσαλονίκη! Οι διακοπές είναι πάντα λίγες σκέφτομαι!
Όλα τα παιδιά της παρέας ήταν καταπληκτικά! Έδειξαν τόση κατανόηση και μου πρόσφεραν τόση βοήθεια λόγω του τραυματισμένου «πόδα» μου. Η παρέα τους ήταν για μένα βάλσαμο. Για ακόμα μια φορά χαρήκαμε μια ανεπανάληπτη Νομαδική εξόρμηση με το παρεϊστικο πνεύμα και ένα Μουρατίδη στα κέφια του, αφού ξανάζησε μαζί μας στιγμές από τα ευαίσθητα νεανικά του χρόνια
Στην επιστροφή απαντούσα στις επίμονες ερωτήσεις φίλων:
– Πως πήγατε;
– Κούτσα-κούτσα!
– Τι παίξατε στο πλοίο;
– Κουτσό.
– Πως ήταν το φαγητό;
– Ε, Κουτσοφάγαμε.
– Πως ήταν ο καιρός;
– Στην αρχή κουτσά στραβά κι ανάποδα.
– Το «Άντρα μου πάει» το ήξερες;
– Αυτό το ξέρει κι η κουτσή Μαρία.
Με μπροστάρη έναν τραυματισμένο και πεισματάρη Musashi, το ταξίδι μας ολοκληρώθηκε με μεγάλη επιτυχία. Την ομάδα μας αποτελούσαν: o Mike φυσικά, ο εμπνευστής και εκτελεστής του ταξιδιού, το ζεύγος Αργυρώ και Γιώργος, πολύ καλά και χαρούμενα παιδιά με στόφα «nomad» θα έλεγα, ο Πέτρος, μόνιμος κάτοικος Βουλγαρίας, μπίζνεσμαν και κάτοχος του δεύτερου Patrol (με βουλγάρικες πινακίδες), ο φίλος του Κώστας, καθηγητής φυσικής αγωγής από Αθήνα και εγώ.
Το ραντεβού δώθηκε με άλλους στην Θεσσαλονίκη και με μένα στο αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης το απόγευμα της Τετάρτης. Στόχος μας να διανυκτερεύσουμε στην Ορεστιάδα. Η διέλευση των συνόρων αποφασίστηκε να γίνει απο τις Καστανιές Ορεστιάδας για να αποφύγουμε να πέσουμε στους αδειούχους Τούρκους που συνοστίζονται στούς Κήπους του Έβρου την περίοδο του Αυγούστου. Ευκαιρία να δούμε παλιούς γνώριμους απο τους αγώνες. Κάποιοι όπως ο Ηλίας λείπαν στην Αλεξανδρούπολη.
Πρωί-πρωί γραμμή για τα σύνορα και η πρώτη αναποδιά. 2,30 ώρες καθυστέρηση, γιατί ένας ανεγκέφαλος τελώνης δεν πίστευε ότι ο Πέτρος είναι κάτοικος Σόφιας και πήγαινε για κατάσχεση (με πήγε στο πίσω μέρος του τελωνείου και μου έδειξε καμιά εικοσαριά κατασχεμένα). Τα fax από Βουλγαρία έδιναν και έπαιρναν, ήρθε και μια αγουροξυπνημένη μεταφράστρια και έδεσε όλο το σκηνικό. Πάντως, μας κέρασε καφέ. Μπήκαμε επιτέλους Τουρκία και πρώτη στάση στην Αδριανούπολή σήμερα Edirne.
Η ανοικοδόμηση στα περίχωρα της Πόλης σε όλο της το μεγαλείο, μας άφησε όλους άφωνους. Το ίδιο είδαμε να συμβαίνει και σε όλες τις μεγάλες πόλεις. Ατελείωτα πολυώροφα κτήρια κατοικιών, ατάκτως ερριμμένα, χωρίς αρχιτεκτονικές ανησυχίες, αλλά εντυπωσιακά στο σύνολό τους, να περιμένουν πλήθη να τα κατοικήσουν. Από την άλλη οι δρόμοι είναι αντάξιοι μιας αχανούς χώρας. Όλοι με νησίδα και αρκετοί φρεσκοστρωμένοι (μαρτυρία του Mike). Αυτό, όπως καταλαβαίνετε, μας βοήθησε να «καταπιούμε» τα 5500 χλμ.
Άγκυρα/Αnkara(720 χλμ.) Δεύτερη διανυκτέρευση.
Και λίγη ιστορία: Οι άγονες στέπες της Κεντρικής Ανατολίας φιλοξενούν την Άγκυρα από το 1200 π.Χ., δεκαπέντε αιώνες πριν εμφανιστεί στον χάρτη η Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με την παράδοση των Φρυγών, ιδρυτής της ήταν ο βασιλιάς Μίδας. Η ιστορική διαδρομή της, ωστόσο, υπήρξε πολυτάραχη εξαιτίας της ιδιαίτερης γεωγραφικής της θέσης (ήταν πάνω στους εμπορικούς δρόμους που ένωναν την Ευρώπη με τη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία).
Η μικρασιατική πολιτεία πέρασε διαδοχικά στην κυριαρχία των Λυδών, των Περσών και του Μεγάλου Αλεξάνδρου (334 π.Χ.). Οι Γαλάτες την κατέλαβαν το 278 π.Χ., αλλά δυόμισι αιώνες αργότερα η πόλη έπεσε στα χέρια των Ρωμαίων (25 π.Χ.), που την ανακήρυξαν πρωτεύουσα της επαρχίας της Γαλατίας.
Η βυζαντινή περίοδος της πόλης τερματίστηκε οριστικά το 1073, με την άλωσή της από τους Σελτζούκους Τούρκους. Εκείνη την εποχή δόθηκε για πρώτη φορά στην πόλη το όνομα Ανγκορα. Το 1354 ήταν η σειρά των Οθωμανών Τούρκων να αναλάβουν τον έλεγχό της. Το 1402, μετά τη μάχη της Άγκυρας, η πόλη πέρασε στην κατοχή του Ταμερλάνου, αλλά οι Οθωμανοί την επανάκτησαν έναν χρόνο αργότερα.
Στις 13 Οκτωβρίου του 1923 ο Κεμάλ Ατατούρκ αποφάσισε να μετακινήσει την πρωτεύουσα του τουρκικού κράτους από την Κωνσταντινούπολη στην Άγκυρα. Μια νέα σελίδα ξεκίνησε τότε στην ιστορία της πόλης η οποία μέσα στις επόμενες δεκαετίες γνώρισε τεράστια ανάπτυξη και έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της χώρας. Υψόμετρο 900 μ. Διαμονή στο Rest Hotel στο κέντρο της πόλης. Μεσαίο ξενοδοχείο με φιλότιμο προσωπικό. Πάρκινγκ έξω από το ξενοδοχείο.
Το σούρουπο φαγητό στη παλιά πόλη (στο ρεστοράν «Zenger Pasa Konagi») με θέα την Άγκυρα και το ηλιοβασίλεμα κάτω από τις ωδές των Ιμάμηδων, παραδοσιακές μουσικές και γεύσεις της Τουρκίας.
Και μετά κατηφορίζοντας για το ξενοδοχείο, ο Πέτρος χάνει το τσαντάκι του με όλα του τα χαρτιά (πλην διαβατηρίου) και τα λεφτά. ―Εδώ να σημειώσουμε ότι στην Τουρκία τα αγγλικά ούτε στην τηλεόραση δεν ακούγονται, οπότε όσοι σκέφτονται να πάνε, ας αρχίσουν να παρακολουθούν… Fatmagül. ― Η πρεσβεία μας, μας βοήθησε ουσιαστικά, ενώ νέα άδεια του οχήματος θα έρχονταν με κούριερ στην Αμάσεια όταν με το καλό θα φτάναμε. Το πρωί επίσκεψη στο Anatolian Civilizations Museum (Anadolu Medeniyetleri Muzesi), αγορές μουσικών οργάνων και γαστρονομικών εργαλείων.
-Γκέρεμε/Goreme (283χλμ.) Τρίτη, τέταρτη και πέμπτη διανυκτέρευση.
Φθάσαμε στην περίφημη Καππαδοκία!
Ήταν νύχτα ήδη όταν μπήκαμε στην Γκέρεμε. Στο ξενοδοχείο μας, το «Fairy Chimney Inn» μας περίμενε μόνη, η φιλόξενη και νόστιμη Gülcan (Γκιουλτσάν) και μας έδειξε τα μοναδικά και πανέμορφα δωμάτια.
Τι να πρωτοπεί και τι να πρωτοθαυμάσει κανείς γι αυτή την πανέμορφη περιοχή του κόσμου. Κυριολεκτικά λαξευμένη σε ηφαιστειογενή βράχο, είναι η πύλη του εθνικού πάρκου Γκέρεμε, του αχανούς Μνημείου παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, όπου βρίσκονται ναοί σε σπηλιές του 10ου και 11ου αιώνα. Το πάρκο είναι γνωστό για τους βραχώδεις σχηματισμούς του που θυμίζουν καμινάδες και είναι εξαιρετικά δημοφιλής προορισμός για τους ταξιδιώτες χαμηλού προϋπολογισμού. Είναι επίσης η ιδανική περιοχή για να δοκιμάσετε την κουζίνα και το κρασί της Τουρκίας.
Νωρίς το πρωί από την αυλή του ξενοδοχείου απολαύσαμε και φωτογραφίσαμε τα περίφημα αερόστατα της Καππαδοκίας και ήταν όλα μπροστά στα μάτια μας λες και μας περίμεναν, γιατί τα επόμενα δύο πρωινά με το ζόρι είδαμε καμιά δεκαριά.
Από κάτι που φάγαμε τρεις από μας, τρίτωσαν οι αναποδιές. «Διάρροια η μεγαλοπρεπής». Σε μένα κράτησε 3 μέρες, αφαγία μεν, αλλά μειώθηκε το μπυροκοίλι δε.
Επισκεφτήκαμε το υπαίθριο μνημείο με τους λαξευμένους ναούς, πήγαμε στο χωριό Αβανός και πήραμε κεραμικά, ενώ η Αργυρώ έδωσε ρεσιτάλ αγγειοπλαστικής. Ακολουθούν Καρβάλη, Derinkuyu, Σινασσός,
Το βράδυ θαυμάσαμε τους περιστρεφόμενους Δερβίσηδες στο παλιό αραβικό Kervansarai, Saruhan, μια εμπειρία εντυπωσιακή όσο και ακριβή.
Την επομένη γνωρίσαμε τις απίστευτες κατασκευές της Υπόγειας Πόλης στη Μαλακοπή (-έα) (Derinkuyu) όπου κρυβόταν σε περιπτώσεις επιδρομέων Φρύγες, Ρωμαίοι, Πέρσες και Βυζαντινοί. Οι πόλεις, 80 μέτρα βάθος, σε τέσσερα επίπεδα με δυνατότητα να φιλοξενήσουν 20.000 ανθρώπους με τα οικόσιτα ζώα τους. Οι κλειστοφοβικοί να κάτσουν στο cafe απέναντι, να απολαύσετε τις πίτες (Gosleme) που γίνονται μπροστά στα μάτια σας.
Αμάσεια/Αmasya (327χλμ) Έκτη διανυκτέρευση.
Μια πολύ όμορφη πόλη, πατρίδα του γεωγράφου και ιστορικού Στράβωνα που με το όνομα της έχουν συνδεθεί φρικτά βασανιστήρια που υπέστησαν εδώ από τους Τούρκους οι Έλληνες του Πόντου σε φυλακές-κάτεργα. Στις αρχές του 20ού αιώνα, το ελληνικό στοιχείο της περιοχής αριθμούσε 155.000 κατοίκους σε 392 ενορίες με ισάριθμες εκκλησίες, και 325 σχολεία, όπου φοιτούσαν 10.000 μαθητές και δίδασκαν 565 δάσκαλοι. Από τον Ιανουάριο του 1921 μέχρι και το 1923 πέρασαν από τα λεγόμενα «λευκά κελιά» εκατοντάδες Έλληνες, πολλοί από αυτούς με διακρίσεις στην οικονομική ζωή του Πόντου. Τον Σεπτέμβριο του 1921 εκτελέστηκαν με απαγχονισμό, ύστερα από συνοπτικές διαδικασίες, καθηγητές και μαθητές του Ελληνοαμερικανικού Κολεγίου Μερζιφούντας. Τις ίδιες ημέρες τουρκικά δικαστήρια καταδίκασαν σε θάνατο, χωρίς απολογία, άλλους 180 Πόντιους πατριώτες. Στην κεντρική πλατεία κρεμάστηκαν από τους Τούρκους περισσότεροι από 70.
Στην πόλη σήμερα επιβιώνουν οι παλιές ελληνικές γειτονιές, με σπίτια-φαντάσματα. Πολλά από αυτά βρίσκονται στις όχθες του ποταμού Ίρι, που διασχίζει την Αμάσεια.
Παρ’ όλα αυτά, είναι μια πανέμορφη πόλη κάτω από τη σκιά δύο θεόρατων βράχων που τη νύχτα μακιγιάρεται έντονα, αφού όλα τα παλιά κτήρια κατά μήκος του ποταμού και το κάστρο που βρίσκεται από πάνω τους φωτίζονται με έντονα και καλά μελετημένα χρώματα. Το video του Mike μπορεί να το επιβεβαιώσει. Μείναμε στο «Ilk Pansiyon», ένα ανακαινισμένο παλιό αρμένικο αρχοντικό 250 ετών.
Ο δρόμος για τη Ματσούκα έγινε πιο οικείος για μας με το πράσινο να οργιάζει και αναφωνήσαμε σαν άλλοι Ξενοφώντες, «θάλαττα! θάλαττα!» Παραθαλάσσια διαδρομή με σχετική κίνηση, κάνοντας ολιγόλεπτες στάσεις στην Σαμψούντα, Κερασούντα. Στην Τραπεζούντα ψωνίσαμε φουντούκια, κάναμε βόλτα στον πεζόδρομο, και συνεχίσαμε το ταξίδι
Ματσούκα/Macka (489χλμ.) Έβδομη διανυκτέρευση.
Μικρή κωμόπολη της Ματσούκας, έδρα της Μητρόπολης Ροδόπολης και ονομαστικό θέρετρο των Τραπεζούντιων για το φημισμένο υγιεινό κλίμα της. Αμιγές ελληνικό χωριό στο ποτάμι της Παναγίας. Είχε 450 κατοίκους. Η παράδοση λέει πως στου Κουσπιδή φιλοξενήθηκαν οι κτήτορες της Μονής Σουμελά Βαρνάβας και Σωφρόνιος πριν φτάσουν στο όρος Μελά.
Προ του ξεριζωμού είχε 1.200 κατοίκους όλους Έλληνες, εκτός από μερικούς εξισλαμισθέντες, οι οποίοι συνέχιζαν να μιλούν την Ποντιακή διάλεκτο. Στη Λιβερά οργανώνονταν κατά το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων Μωμογέρια. Αυτά ήταν διαφορετικά από τα μωμογέρια των άλλων χωριών της Ματσούκας. Από τη Λιβερά καταγόταν η πανέμορφη Μαρία Γκιουλ-Μπαχάρ, που έγινε γυναίκα του σουλτάνου Βαγιαζίτ Β’ και μητέρα του Σελίμ Α’.
Ίσως η λέξη Ματσούκα να παράγεται από τη λέξη ματσούκι, που σημαίνει ραβδί, ξύλο που κρατάει ο άνθρωπος στο χέρι, προφυλασσόμενος από κάθε επιτιθέμενο άνθρωπο ή ζώο. Στην Άνω Ματσούκα και ιδίως σην Κουνάκα δεν περπατούσε άνδρας δίχως να κρατάει «την ματσούκα», το «στουράκ’» κατά την τοπική διάλεκτο. Έτσι η περιοχή λέγονταν «Ματσούκα»και οι κάτοικοί της Ματσουκαίοι ή Ματσουκάτ’.
H MATΣΟΥΚΑ είναι μία περιοχη νοτια της ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ. Έως το 1923 στην ΜΑΤΣΟΥΚΑ υπήρχαν 70 χωριά, 47 από αυτά ήταν ελληνικά, 9 μικτά και μόνο 14 τους ήταν τουρκικα. Μέχρι τις μέρες μας τρία ελληνικά μοναστήρια (Ιωάννης Βαζελώνας, Παναγία Σουμελά, Γεώργιος Περιστερεώτας) συντηρούνται. Σήμερα στη περιοχή ΜΑΤΣΟΥΚΑ οι απόγονοι των Ελλήνων πού αναγκάστηκαν να γίνουν μουσουλμάνοι μιλούν ακόμη ελληνικά… «Η ΡΩΜΑΝΙΑ ΚΙ ΑΝ ΕΠΕΡΑΣΕΝ ΑΝΘΕΙ ΚΑΙ ΦΕΡΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟ»
Εδώ μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα γι αυτή την παλαι ποτέ ελληνική περιοχή: http://www.tovoion.com/ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ
Μείναμε στο «Buyuk Sumela Hotel» (μέτριο και ακριβό) και το πρωί επισκεφθήκαμε την περιβόητη μονή, κατακλυσμένοι από Τούρκους, Άραβες και Ιάπωνες. Ένα θαύμα της οικοδομικής με αγιογραφίες-αριστουργήματα και την ορθόδοξη πίστη να δημιουργεί τουλάχιστον σε μας, στον ορθόδοξο επισκέπτη, συναισθήματα μεγαλοσύνης θαυμασμού.
Τρία πράγματα με εντυπωσίασαν στην Ουζουνγκιόλ. Η πανέμορφη λίμνη της τα σπίτια και ξενοδοχεία «κτισμένα» μόνο από ξυλεία και οι κουβέντες που ανταλλάξαμε στα ποντιακά με τη βοήθεια του Mike φυσικά. Ξενοδοχείο μας το «Inan Kardesler» φτιαγμένο από ξύλο. Μας συγκίνησε ένας νεαρός πόντιος υπάλληλος του ξενοδοχείου που μας περιποιήθηκε και νιώσαμε ότι θα ήθελε να κάτσουμε κι άλλες μέρες να τα λέγαμε.
Ο Musashi αποφάσισε το πρωί να ανέβει στις Ποντιακές Άλπεις» με προορισμό τo Sivas (Σεβάστεια) και μεις δεν είπαμε όχι!
Μαγεία. Βουνά με ήσυχες καμπύλες, με βλάστηση σαν τριφύλλι και διάσπαρτα χωριά, φτωχά χωριά, με τους κατοίκους τους –κυρίως γυναίκες- να δουλεύουν σε αγρούς με μεγάλες κλίσεις εδάφους. Στα 2500 μέτρα υψόμετρο σε έναν αυχένα των Ποντικών Άλπεων με συνολικό ύψος 3600 μ. και θερμοκρασία 15 βαθμούς, στην μέση του πουθενά εμφανίζεται μικρή παράγκα- ψησταριά. Στην ερώτησή μας τι έχει να φάμε, ο νοικοκύρης με φωνή βραχνή από τα χρόνια μας απαντά σε άψογα ελληνικά, «πρόβατο». Μέσα σε μία ώρα τρώγαμε πεντανόστιμα πρόβεια παϊδάκια, σαλάτα και ξινόγαλα, όλα ντόπια παραγωγής. Αξέχαστη εμπειρία.
Σεβάστεια/Sivas (430χλμ.) Ένατη διανυκτέρευση
Φθάσαμε βράδυ στο ξενοδοχείο μας, το «Pasabey Hotel». Το πρωινό αφιερωμένο στα αξιοθέατα της πόλης με στάσεις για τσάι και αγορά λουκουμιών παρακαλώ! Και λίγα λόγια για την πόλη (εδώ μου δίνεται η ευκαιρία να πω τα καλύτερα λόγια για τη δουλειά που έκανε ο Γιώργος κατά την προετοιμασία του ταξιδιού, αφού με την εκκίνηση πήραμε μια άκρως εμπεριστατωμένη μπροσούρα με το πρόγραμμα του ταξιδιού):
Σιβάς: Πόλη άκρως συντηρητική, πατρίδα του Αγίου Βλάσιου, πρωτεύουσα ομώνυμου νομού, στους πρόποδες του Μερεκούν, δυο χιλιόμετρα από την όχθη του Κιζιλιρμάκ. Βρίσκεται σε υψόμετρο 1.300 μ. και έχει 133.000 κατ. Πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, στην πόλη ζούσαν 1.500 Έλληνες και 9.000 Αρμένιοι. Έχει εργοστάσιο κατασκευής βαγονιών και επισκευής ατμαμαξών, υφαντουργία και επιχειρήσεις επεξεργασίας ξύλου και μετάλλου.
Κοντά στην πόλη υπήρχε λίμνη, στην οποία βρήκαν μαρτυρικό θάνατο το 320 μ.Χ., σαράντα μάρτυρες του χριστιανισμού (Άγιοι Σαράντα).
Η πόλη στην αρχαιότητα λεγόταν Κάβειρα και ο Πομπήιος την μετονόμασε Διοσπόλιν και όταν το βασίλειο του Πόντου περιήλθε στον Πολέμωνα και την Πυθοδωρίδα, ονομάστηκε Σεβαστή. Στα χρόνια του Ιουστινιανού ήταν πρωτεύουσα επαρχίας και τον 11ο αιώνα ο βασιλιάς της Αρμενίας Σενεχερίμ την έκανε πρωτεύουσα της Μικρής Αρμενίας. Το 1397, την κατέστρεψαν οι Τούρκοι της Μικρής Αρμενίας, και το 1400 την πυρπόλησε ο Ταμερλάνος.
Στη Σεβάστεια υπάρχουν παλιά αρμενικά και σελτζουκικά μνημεία και τζαμί που χτίστηκε από τον Έλληνα αρχιτέκτονα Καλόγιαννο, το 1272.
Άγκυρα/Αnkara(720 χλμ.) Δέκατη διανυκτέρευση.
Προύσα/Bursa (444χλμ.) Ενδέκατη διανυκτέρευση
Τέταρτη σε μέγεθος πόλη της Τουρκίας (2.500.000 κάτοικοι) με επίνειο τα Μουδανιά που βρίσκονται ακριβώς βόρεια. Μια σύγχρονη πόλη, με ανοικοδόμηση στο ζενίθ, τεράστια και πολυπληθή εμπορικά κέντρα, και πολύ λιγότερες μαντήλες. Με μεγάλες κλειστές αγορές να ψωνίζουν ντόπιοι. Διαμονή στο «Aloft Bursa» της αλυσίδας “Sheraton”, αρκετά μοντέρνο και παραδόξως φτηνό για ότι μας παρέσχε. Μια ηθελημένη επιλογή λούσου για να ξεκουράσουμε τα κουρασμένα απ’τα χιλιόμετρα κορμιά μας.
Η πόλη κατέχει σημαντική θέση στην γαστρονομία της Τουρκίας, έτσι επισκεφθήκαμε το İskender Kebap, που πήρε το όνομά του από τον δημιουργό του, Ισκεντέρ Ισκεντερόγλου (Iskender Efendi) Μία παραλλαγή του Cağ kebabı (περιστρεφόμενο kebab) του Erzurum. Η συνταγή από το 1867, αποτελείται από μία πίτα (pide) με σάλτσα ντομάτας, ψιλοκομμένο αρνίσιο κεμπάπ περιχυμένο με λιωμένο πρόβειο βούτυρο και συνοδεία από πρόβειο γιαούρτι, ψημένη ντομάτα και πράσινες πιπεριές. Κάναμε μακράν το καλύτερό μας γεύμα. Μετά από μια αποτυχημένη επίσκεψη στο κλειστό σπίτι του Mustafa Kemal και μερικές βόλτες με ταξί, το βράδυ επιδοθήκαμε σε παζάρια και αγορές βοτάνων, μυρωδικών και λουκουμιών (ξανά) στην σκεπαστή αγορά (Kapali merkezi) της πόλης.
Η Προύσα είναι η καρδιά της Τουρκικής αυτοκινητοβιομηχανίας, όπου η FIAT και η Renault έχουν τα εργοστάσια τους. Τα μοντέλα των δύο αυτοκινητοβιομηχανιών κατασκευάζονται από την Tofaş. Αργά το βράδυ τα δύο πληρώματα αποχαιρετιστήκαμε, αφού Mike, Γιώργος και Αργυρώ θα συνέχιζαν βάσει προγράμματος για Τροία και μετά για Σταυρούπολη Ξάνθης, ενώ ο Πέτρος ο Κώστας και εγώ, έπρεπε να είμαστε σχετικά νωρίς στην Αλεξανδρούπολη (540χλμ.)
Τελειώνοντας, θέλω να ευχαριστήσω τον Mike για τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που κατέβαλε ώστε να φέρουμε σε πέρας αυτό το ανεπανάληπτο (για μας) ταξίδι (5080 km) . Η εμπειρία του ήταν καθοριστική. Ευχαριστώ για την παρέα τους, την Αργυρώ Πραβίτα, τον Γιώργο Υφαντή, τον Πέτρο Αλεξιάδη και τον Κώστα Τζάτζα. Άντε και στο επόμενο!